Δεν πιστεύω στον Θεό… γιατί να με ενδιαφέρει η εκκλησία;

Για μας είναι βέβαια δύσκολο να καταλάβουμε πώς ένας συνάνθρωπος μας βιώνει το μεγαλείο του κόσμου, την ομορφιά της φύσης, την κίνηση των πλανητών, την περιπλοκότητα της βιολογίας, την μέθη της μουσικής, τον έρωτα ενός ζευγαριού, μια μάνα με το βρέφος της… όλα τα φαινόμενα της ζωής… και δεν νιώθει την ανάγκη να ευχαριστήσει Κάποιον!

Γνωρίζουμε βέβαια ότι υπάρχουν πολλά άσχημα πράγματα στον κόσμο και σίγουρα μεγάλες αδικίες, με αποτέλεσμα πολλοί να θεωρούν ότι αυτά θέτουν υπό αμφισβήτηση την ύπαρξη του Θεού. Η χριστιανική όμως εκκλησία πάντα θεωρούσε τις ελλείψεις του κόσμου ως οφειλόμενες στην απομάκρυνση του ανθρώπου από τον Θεό. Δεν είναι δυνατόν ο άνθρωπος να ζει στον κόσμο του Θεού, να αρνείται τον Πλάστη του, να κάνει του κεφαλιού του, να μην αναλαμβάνει τις ευθύνες του… και να περιμένει ότι όλα θα πάνε καλά. Εξάλλου, η άρνηση της ύπαρξης του Θεού δεν λύνει κανένα πρόβλημα. Μόνο η πίστη δημιουργεί ελπίδα.

Κάποιοι βέβαια αμφισβητούν κι αυτήν ακόμα την ελπίδα, θεωρώντας ότι είναι “το όπιο του λαού” που κηρύττει η εκκλησία, ένα όπιο που κάνει τους ανθρώπους να αποδέχονται την αδικία ενώ περιμένουν κάποιον μεταθανάτιο παράδεισο. Όσοι κάνουν αυτήν την κριτική έχουν μερικώς δίκιο. Η εκκλησία πολλές φορές στην ιστορία δυστυχώς έχει παίξει αρνητικό ρόλο, πολλές φορές άθελά της, ίσως και κάποιες φορές εν γνώσει της. Όμως τα λάθη της εκκλησίας στην ιστορία δεν μηδενίζουν το μήνυμα του Χριστού. Διότι ο Χριστός δεν κήρυξε τη βασιλεία Του για να αποδεχόμαστε τις αδικίες του παρόντος, αλλά για να εμπνεόμαστε από τη μέλλουσα βασιλεία ώστε να μαχόμαστε σήμερα ενάντια σε κάθε αδικία, σε όλους τους τομείς της ζωής.

Εάν δεν πιστεύεις στον Θεό, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να γνωριστούμε και να μιλήσουμε… Ως εκκλησία κηρύττουμε μια όμορφη ιστορία: υπάρχει Θεός, μας αγαπά παρόλο που εμείς απομακρυνθήκαμε, μας αγαπά τόσο ώστε να πεθάνει ο Γιός Του για τις αμαρτίες μας. Εμείς αυτό πιστεύουμε. Εσύ ίσως θεωρείς ότι δεν αποδεικνύεται. ΄Εχεις δίκιο, είναι θέμα πίστης (όπως δεν αποδεικνύεται ότι δεν υπάρχει Θεός). Όμως ακόμα κι αν δεν το πιστεύεις, το υπαρξιακό ερώτημα παραμένει: θα ήθελες να ήταν αλήθεια; Εάν ναι, οπωσδήποτε έχουμε κάτι να συζητήσουμε. Εάν όχι… αναρωτιέσαι καθόλου γιατί δεν θα ήθελες να υπάρχει Θεός που να σε αγαπά;

Ποια είναι τα κύρια και ιδιάζοντα χαρακτηριστικά της πίστης της Ευαγγελικής Εκκλησίας;

Η Ευαγγελική Εκκλησία αγαπά το Ευαγγέλιο. Τα “καλά νέα” ότι η σωτηρία βρίσκεται στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού είναι το κεντρικό μας μήνυμα, το οποίο απευθύνεται σε κάθε άνθρωπο. Τα “καλά νέα” είναι ότι ενώ εμείς δεν μπορούμε να σώσουμε τον εαυτό μας, όσα καλά έργα κι αν κάνουμε, ο Ιησούς Χριστός, ο Γιός του Θεού, έχει πληρώσει το τίμημα των δικών μας αμαρτιών, και όποιος πιστεύει σ’ Αυτόν μπορεί να γευτεί την αιώνια ζωή. Η σωτηρία μας οφείλεται στην άπειρη χάρη του Θεού και όχι σε δικά μας κατορθώματα. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, λατρεύουμε τον Θεό και Τον ευχαριστούμε για το έλεος που έχει κάνει στη ζωή μας.

Η Ευαγγελική Εκκλησία αγαπά την Αγία Γραφή. Θεωρούμε την Βίβλο ως τον θεόπνευστο Λόγο του Θεού, ο οποίος είναι και η τελική αυθεντία σε όλα τα θέματα πίστης. Αυτό σημαίνει ότι θέλουμε να γνωρίζουμε το περιεχόμενο της Βίβλου και να το εξηγούμε ορθά. Γι’ αυτό είναι σημαντικά για μας, τόσο η προσωπική μελέτη της Βίβλου, όσο και το κήρυγμα από την Αγία Γραφή, το οποίο πρέπει να είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο αλλά και ζωντανό και πρακτικό, ώστε το μήνυμα του Λόγου του Θεού να μπορεί να γίνει βίωμα στη ζωή του κάθε πιστού.

Σ’ αυτήν την αγάπη μας για την Αγία Γραφή δεν διαφέρουμε καθόλου από την εκκλησία των αρχαιότερων χρόνων και τους εκκλησιαστικούς πατέρες, των οποίων τα συγγράμματα είναι γεμάτα από ερμηνευτικά υπομνήματα στη Βίβλο. Για παράδειγμα, ο Χρυσόστομος είχε πει:

Μη μου αναφέρει κανείς εκείνα τα κρύα και αξιοκατάκριτα λόγια ότι “είμαι απασχολημένος με δικαστήριο, ασχολούμαι με την πολιτική, εξασκώ τέχνη, έχω γυναίκα, ανατρέφω παιδιά, κυβερνώ σπίτι, είμαι βιοπαλαιστής… δεν είναι δική μου δουλειά να διαβάζω τις Γραφές, αλλά είναι εκείνων που απαρνήθηκαν τα εγκόσμια, εκείνων που έπιασαν τις κορυφές των ορέων και ζουν συνεχώς αυτήν τη ζωή.” Τι λες άνθρωπε; Δεν είναι δική σου δουλειά να προσέχεις τις άγιες Γραφές επειδή περισπάσαι από μύριες φροντίδες; Είναι περισσότερο δική σου παρά εκείνων. Διότι εκείνοι δεν έχουν τόσο πολλή ανάγκη από τη βοήθεια των θείων Γραφών, όσο έχουν αυτοί που περιστρέφονται μέσα σε πολλές υποθέσεις. Εσύ συνεχώς βρίσκεσαι στην παράταξη (της μάχης) και συνεχώς δέχεσαι τις πληγές, γι’ αυτό και σου χρειάζονται περισσότερα φάρμακα. (Ιωάννης Χρυσόστομος, Εις τον Λάζαρον 3,1 PG 48.992)

Αγία Γραφή και Παράδοση

Είμαστε αφοσιωμένοι στην Αγία Γραφή ως μοναδική αυθεντία μας. Αυτό δεν σημαίνει ότι διαβάζουμε μόνο την Αγία Γραφή και ότι έχουμε κλειστά μυαλά προς κάθε τι άλλο. Αντίθετα, σημαίνει πως επεξεργαζόμαστε κάθε ιδέα, παράδοση, φιλοσοφία, αντίληψη ή εικασία μέσα από το πρίσμα της διδασκαλίας της Αγίας Γραφής. Ό,τι έρχεται σε κάθετη αντίθεση με τη Βίβλο το απορρίπτουμε. Ό,τι συμφωνεί το δεχόμαστε. Σε κάθε περίπτωση όμως, ωφελούμαστε από την μελέτη νέων ή παλαιών αντιλήψεων και λαμβάνουμε υπόψη κάθε καλό επιχείρημα στο σκεπτικό μας, απ’ όπου κι αν προέρχεται αυτό. Έτσι, π.χ., δεν θεωρούμε ότι η επιστήμη είναι εχθρός της Βίβλου. Επωφελούμαστε από κάθε νέα επιστημονική ανακάλυψη και την εντάσσουμε στο σκεπτικό μας, εφόσον δεν έρχεται σε αντίθεση με την Βίβλο.

Για το θέμα της λεγόμενης “ιεράς παράδοσης” είναι σημαντικό να πούμε ότι οι εκκλησίες μας δεν αντιτίθενται εκ προοιμίου σε καμία παράδοση. Βεβαίως πιστεύουμε ότι οι παραδόσεις μπορούν να διασώζουν πολύτιμες αλήθειες. Ο ίδιος ο απ. Παύλος είχε πει: “καθὼς παρέδωκα ὑμῖν, τὰς παραδόσεις κατέχετε” (Α΄ Κορινθίους 11:2), ενώ αλλού τόνισε: “στήκετε καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις ἃς ἐδιδάχθητε εἴτε διὰ λόγου εἴτε δι᾽ ἐπιστολῆς ἡμῶν” (Β΄ Θεσσαλονικείς 2:15). Πιο κάτω προτρέπει: “… στέλλεσθαι ὑμᾶς ἀπὸ παντὸς ἀδελφοῦ ἀτάκτως περιπατοῦντος καὶ μὴ κατὰ τὴν παράδοσιν ἣν παρελάβοσαν παρ᾽ ἡμῶν” (Β΄ Θεσσαλονικείς 3:6) Σ’ αυτά τα κείμενα όμως, θα προσέξει κανείς ότι η παράδοση αναφέρεται στον πυρήνα της πίστεως, στις βασικές αλήθειες του Ευαγγελίου. Γι’ αυτό και η επιστολή Ιούδα γράφει: “ἐπαγωνίζεσθαι τῇ ἅπαξ παραδοθείσῃ τοῖς ἁγίοις πίστει” [Ιούδα 1:3]). Η πίστη που πρέπει να έχουν οι χριστιανοί είναι όντως παράδοση, αλλά είναι πρωτίστως η παράδοση που δόθηκε πρώτα στους αποστόλους και σε όλη την εκκλησία μια φορά. Γι’ αυτό και η πίστη είναι οικουμενική, είναι για όλους τους ανθρώπους όλης της γης, όχι μόνο για μια συγκεκριμένη εκκλησία και τις παραδόσεις που η ίδια ανέπτυξε μέσα στους αιώνες σε μια συγκεκριμένη και περιορισμένη γεωγραφική περιοχή.

Ενίοτε όμως οι παραδόσεις μπορούν να διατηρούν πρακτικές που δεν συμβαδίζουν με το πνεύμα ή το γράμμα της Βίβλου και οφείλουμε αυτό να το επισημάνουμε ώστε η Εκκλησία να διορθώνεται και να βελτιώνεται. Η μεταρρύθμιση έγινε επειδή κάποιες παραδόσεις είχαν υπεισέλθει στην εκκλησιαστική ζωή οι οποίες ήταν ζημιογόνες για την εκκλησία. Αυτός ο κίνδυνος πάντα υπάρχει. Για μας την τελευταία λέξη την έχει η Αγία Γραφή. Το Άγιο Πνεύμα βεβαίως είναι ζωντανό και καθοδηγεί την Εκκλησία, αλλά είναι αδύνατον να οδηγήσει την Εκκλησία σε παραβίαση του Λόγου του Θεού, διότι το ίδιο Πνεύμα είναι που ενέπνευσε τον θείο Λόγο, και το Πνεύμα είναι ένα. Ας μην ξεχνάμε ότι στην εποχή του Χριστού θεματοφύλακες της παράδοσης ήταν οι Φαρισαίοι, αλλά ο Χριστός είχε ένα καλό ερώτημα για κείνους τότε και για μας σήμερα:
“διὰ τί καὶ ὑμεῖς παραβαίνετε τὴν ἐντολὴν τοῦ θεοῦ διὰ τὴν παράδοσιν ὑμῶν; … ἠκυρώσατε τὸν λόγον τοῦ θεοῦ διὰ τὴν παράδοσιν ὑμῶν” (Ματθαίος 15:2.3.6 πρβλ. Μάρκος 7:8.9.13 Γαλάτας 1:14)

Ποιό κείμενο και ποιά μετάφραση της Αγίας Γραφής χρησιμοποιείτε;

Για να απαντήσουμε σ’ αυτό το ερώτημα, είναι απαραίτητο πρώτα να θέσουμε δυο πιο σημαντικά ερωτήματα: είναι η Αγία Γραφή ο Λόγος του Θεού; Όλοι οι χριστιανοί, ανεξαρτήτως δόγματος, πιστεύουμε ότι είναι. Ο ίδιος ο Λόγος του Θεού διακηρύττει: “πᾶσα γραφὴ θεόπνευστος καὶ ὠφέλιμος πρὸς διδασκαλίαν, πρὸς ἐλεγμόν, πρὸς ἐπανόρθωσιν, πρὸς παιδείαν τὴν ἐν δικαιοσύνῃ, ἵνα ἄρτιος ᾖ ὁ τοῦ θεοῦ ἄνθρωπος, πρὸς πᾶν ἔργον ἀγαθὸν ἐξηρτισμένος” (Β΄ Τιμόθεο 3:16-17). Εννοείται πως αυτός ο χαρακτηρισμός της θεοπνευστίας αναφέρεται στα πρωτότυπα κείμενα της Βίβλου.

Άρα λοιπόν, εφόσον πιστεύουμε ότι η Αγία Γραφή είναι ο Λόγος του Θεού σε μας, προκύπτει το ερώτημα: γιατί μας μίλησε ο Θεός; Είναι προφανές ότι ο Θεός μας μίλησε για να Τον ακούσουμε. Δεν μας μίλησε για να θάψουμε τον Λόγο Του αλλά για να τον κάνουμε βίωμα στη ζωή μας. Και σίγουρα δεν μας μίλησε για να είναι ο Λόγος Του ακαταλαβίστικος. Η Καινή Διαθήκη διασώζεται στα αρχαία ελληνικά, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι κατά την εποχή στην οποία γράφτηκε, ήταν στην καθομιλουμένη γλώσσα του απλού λαού. Οι μάρτυρες της εκκλησίας δεν μαρτύρησαν για κάτι που δεν καταλάβαιναν, αλλά επειδή το καταλάβαιναν πολύ καλά.

Συνεπώς, είναι χρέος της εκκλησίας να κάνει τον Λόγο που κηρύχθηκε τότε στην αρχαία γλώσσα, να γίνεται κατανοητός στις μέρες μας και πάλι με την καθομιλουμένη γλώσσα. Ας μην ξεχνάμε εξάλλου ότι αυτό αποτελεί απόλυτη αναγκαιότητα για το πλείστον των κατοίκων της γης… δεν είναι δυνατόν να διαβάζεται η Αγία Γραφή στην Αφρική ή στην Ασία στα αρχαία ελληνικά… Για να ξέρουν οι άνθρωποι τι είπαν ο Χριστός και οι απόστολοι, είναι απαραίτητο να γίνονται μεταφράσεις. Αλλιώς φερόμαστε ωσάν η αρχαία ελληνική να είναι μια μαγική γλώσσα.

Κείμενα. Όταν θεολογούμε και θέλουμε να τεκμηριώνουμε αυτά που λέμε, είναι αλήθεια, πρέπει να αναφερόμαστε στις αρχαίες γλώσσες, διότι σ’ αυτές γράφτηκαν τα πρωτότυπα κείμενα της Αγίας Γραφής. Η Παλαιά Διαθήκη διασώζεται στο εβραϊκό κείμενο και στην αρχαία ελληνική μετάφραση των Εβδομήκοντα (Ο΄). Όσοι επιδιώκουν να κάνουν ερμηνευτικό έργο, οφείλουν να συμβουλεύονται και τις δυο αυτές πηγές. Όσο για την Καινή Διαθήκη, μέσα στην ιστορία γίνονταν πολλά αντίγραφά της και διασώζονταν σε εκκλησίες και μοναστήρια. Αυτά που διασώζονταν στις περιοχές του Βυζαντίου αποτελούν το Βυζαντινό κείμενο, το οποίο χρησιμοποιείται στη λειτουργία της Ορθόδοξης εκκλησίας. Ωστόσο, πέραν των Βυζαντινών κειμένων, διασώζονται χειρόγραφα και από την Αλεξάνδρεια, την Καισάρεια, την Ιταλία κτλ. καθώς και αρχαίες μεταφράσεις (π.χ. στα λατινικά ή στα συριακά). Η μεγάλη πλειονότητα των επιστημόνων συμβουλεύεται όλες τις αρχαίες πηγές (και όχι μόνο τις βυζαντινές) για να καταλήξει σε συμπεράσματα για το πιο αξιόπιστο κείμενο. Πιστεύουμε ότι η εκκλησία ήταν οικουμενική και ήταν μία σε όλη αυτήν την εποχή και οφείλουμε να σεβαστούμε κι εμείς όλα τα αρχαία κείμενα που διασώζονται. Οι διαφορές βέβαια μεταξύ των αρχαίων κειμένων είναι ασήμαντες (ορθογραφικές διαφορές, παραλείψεις γραμμάτων ή λέξεων κτλ.) – κανένα δόγμα δεν επηρεάζεται απ’ αυτές. Ως κείμενο μελέτης και έρευνας, συνεπώς, χρησιμοποιούμε το κείμενο που έχει συνταχθεί από τους Nestle-Aland, το οποίο θεωρείται το εγκυρότερο κείμενο από τον επιστημονικο κόσμο όλων των δογμάτων και αντιλήψεων. Το κείμενο αυτό εκδίδεται από την Ελληνική Βιβλική Εταιρεία.

Μεταφράσεις. Ως προς τις μεταφράσεις αντιμετωπίζουμε τα εξής προβλήματα. Η εβραϊκή Παλαιά Διαθήκη υπήρχε σε μετάφραση των Εβδομήκοντα (Ο΄) πριν καν από την εποχή του Χριστού. Όμως αυτό σημαίνει ότι είναι σε αρχαία και δυσνόητη για τον σύγχρονο άνθρωπο γλώσσα, όπως επίσης και η Καινή Διαθήκη. Κατά τον 19ο αιώνα έγινε η μετάφραση του αρχιμανδρίτη Νεόφυτου Βάμβα σε γλώσσα καθαρεύουσα. Είναι μια κατά λέξη μετάφραση που αναμφίβολα είχε πολλές ελλείψεις, στις οποίες προστίθεται τώρα το γεγονός ότι παραμένει σε γλώσσα καθαρεύουσα (έχει γίνει μια προσπάθεια εκσυγχρονισμού της μετάφρασης αυτής από τον Σπύρο Φίλο). Είχε όμως το καλό ότι περιείχε όλη την Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) και ήταν και ότι καλύτερο διαθέταμε τα προηγούμενα χρόνια. Τα τελευταία χρόνια έγινε η μετάφραση της Βιβλικής Εταιρείας, η οποία είναι σε όμορφη νεοελληνική γλώσσα (και φέρει και την έγκριση του αρχιεπισκόπου). Ωστόσο, η νέα αυτή μετάφραση δεν ακολουθεί κατά λέξη το αρχαίο κείμενο, κάτι που δημιουργεί δυσκολίες όταν γίνεται διδασκαλία ή ανάλυση του κειμένου. Έτσι, κάποιες Ευαγγελικές εκκλησίες έχουν υιοθετήσει τη νέα μετάφραση, ενώ άλλες προτιμούν να χρησιμοποιούν ακόμα τη μετάφραση του Βάμβα μέχρις ότου εμφανιστεί μια νεοελληνική κατά λέξη μετάφραση που να έχει απήχηση σε όλες τις εκκλησίες. Ωστόσο, καμία μετάφραση δεν θεωρείται από εμάς αλάνθαστη. Είναι όλες ανθρώπινες προσπάθειες μετάδοσης του θείου μηνύματος που διασώζεται ανόθευτο στα αρχαία κείμενα.

Γιατί δεν έχετε εικόνες;

Είμαστε υπέρ κάθε έκφρασης της χριστιανικής πίστης μέσα από την τέχνη. Συνεπώς, οι διάφορες εικόνες προσώπων της Βίβλου και της ιστορίας εκτιμούνται από μας ως έργα τέχνης. Ωστόσο, έχουμε δύο σοβαρές επιφυλάξεις. Η πρώτη επιφύλαξη προέρχεται από την σαφή μαρτυρία μιας εκ των Δέκα Εντολών: “4 Μὴ κάμῃς εἰς σεαυτὸν εἴδωλον, μηδὲ ὁμοίωμά τινος, ὅσα εἶναι ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω, ἤ ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω, ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν ὑποκάτω τῆς γῆς· 5 μὴ προσκυνήσῃς αὐτὰ μηδὲ λατρεύσῃς αὐτά” (Έξοδος 20:4-5). Είναι προφανές απ’ αυτό το κείμενο ότι υπάρχει ο κίνδυνος να μετατρέψουμε τα έργα τέχνης σε είδωλα – και δυστυχώς αυτό συνέβαινε στις αρχαίες θρησκείες στις οποίες συχνά έκαναν κριτική οι προφήτες για τα είδωλά τους. Συνεπώς, στον χώρο της εκκλησίας δεν τοποθετούμε εικόνες, για να είναι σαφές ότι θέλουμε να λατρεύουμε τον Θεό και μόνο.

Έχει εκφραστεί μέσα στην ιστορία το επιχείρημα ότι οι εικόνες δεν είναι σαν τα αρχαία είδωλα που στηλιτεύει τόσο η Παλαιά όσο και η Καινή Διαθήκη, αλλά είναι απλά βοηθήματα για τη λατρεία, ώστε η τιμή προς αυτά να διαβαίνει στο πρωτότυπο … Όμως αυτό το επιχείρημα καταρρέει όταν αναλογιστούμε ότι εκείνοι που πίστευαν στα είδωλα στην αρχαιότητα είχαν την ίδια ακριβώς άποψη για τα είδωλά τους … δεν πίστευαν ότι αυτά καθαυτά τα είδωλα ήταν θεότητες, αλλά ότι μέσω αυτών προσέγγιζαν τις θεότητες. Συνεπώς, ο κίνδυνος της ειδωλολατρίας είναι πάντα προφανής για την εκκλησία, και δυστυχώς έχουμε δει τέτοια φαινόμενα και στην εποχή μας.

Μια άλλη αντίρρηση που έχει εκφραστεί μέσα στην ιστορία είναι ότι η απαγόρευση των εικόνων είναι νόμος της Παλαιάς Διαθήκης που έχει καταργηθεί στην Καινή Διαθήκη. Εφόσον το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδας ενσαρκώθηκε και έγινε άνθρωπος, η εκκλησία πλέον δικαιούται να ζωγραφίζει και να απεικονίζει το πρόσωπό του Ιησού Χριστού. Αυτό το επιχείρημα έχει κάποια βάση, αλλά ο κίνδυνος της ειδωλολατρίας παραμένει, εφόσον οι εικόνες αποτελούν ζωγραφιές ανθρώπων. Εξάλλου, η ενσάρκωση του Χριστού στην Καινή Διαθήκη είναι η ενσάρκωση του Λόγου. Η αποστολή που έδωσε ο Χριστός στους μαθητές Του ήταν να μαθητεύσουν όλους τους ανθρώπους, ώστε να τηρούν όλα όσα Εκείνος δίδαξε (βλ. Ματθαίος 18:19-20).

Ένα άλλο επιχείρημα είναι ότι οι εικόνες ήταν χρήσιμες για τους απλούς ανθρώπους που δεν καταλαβαίνουν τα υψηλά νοήματα του Ευαγγελίου. Όμως … δίνουν οι εικόνες λύση σ’ αυτό το πρόβλημα ή μήπως το διογκώνουν; Αν διαβάσει κανείς τα κηρύγματα του Ιωάννη του Χρυσοστόμου ή άλλων πατέρων, θα δει ότι πολλές φορές μεταδίδουν τα νοήματα του Λόγου του Θεού με γλώσσα ρητορική μεν αλλά κατανοητή στον λαό που κατέκλυζε τις εκκλησιαστικές συναθροίσεις της εποχής εκείνης. Άρα ο αναλφαβητισμός και η απλότητα των ανθρώπων της εποχής δεν τους εμπόδιζε από το να κατανοούν τις αλήθειες του Ευαγγελίου. Εξάλλου, εάν το ζήτημα είναι να γίνει κατανοητό το Ευαγγέλιο … τότε η λύση είναι η μετάφραση του Ευαγγελίου στη νεοελληνική μας γλώσσα και το απλό κήρυγμα που κάνει κατανοητό τον Λόγο του Θεού σήμερα … όπως έκαναν οι προφήτες, ο Χριστός, οι απόστολοι και οι πατέρες της εκκλησίας.

Τι πιστεύετε για τους αγίους και την Παναγία;

Πιστεύουμε ότι αναμφίβολα υπάρχουν ήρωες της πίστης και πρόσωπα που ξεχώρισαν με ιδιαίτερο τρόπο για την αφοσίωση τους στον Θεό, είτε κατά την εποχή της Βίβλου, είτε αργότερα. Εννοείται πως οφείλουμε τιμή σε πρόσωπα που τίμησαν τον Θεό με τη ζωή τους, και σίγουρα πρέπει να παραδειγματιζόμαστε απ’ αυτούς και να δοξάζουμε τον Θεό για το έργο Του στη ζωή τους. Η Βίβλος όμως είναι σαφής ότι η δόξα ανήκει μόνο στον Θεό (“Μὴ ἔχῃς ἄλλους θεοὺς πλὴν ἐμοῦ” (Έξοδος 20:3). Επίσης είναι σαφής ότι “εἷς γὰρ θεός, εἷς καὶ μεσίτης θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, ἄνθρωπος Χριστὸς Ἰησοῦς, ὁ δοὺς ἑαυτὸν ἀντίλυτρον ὑπὲρ πάντων ” (Α΄ Τιμόθεο 2:5-6). Όλο το σχέδιο της σωτηρίας συνίσταται στο γεγονός ότι ο Υιός του Θεού έγινε άνθρωπος, όμοιος με μας σε όλα (πλην της αμαρτίας) και άρα μας ενώνει Αυτός πλήρως με τον Θεό. Αυτήν την αλήθεια ήθελαν να διασώσουν πατέρες της εκκλησίας όπως ο Κύριλλος Αλεξανδρείας και η Σύνοδος της Χαλκηδόνας, ότι ο Χριστός είναι πράγματι ο Θεός εν σαρκί και άρα μπορεί μόνο Αυτός να μας σώσει. Και όλοι οι άγιοι … ήταν κι αυτοί αμαρτωλοί οι οποίοι σώθηκαν με την χάρη του Χριστού. Και όλα τους τα λόγια μας προσανατολίζουν όχι στους ίδιους αλλά στον Χριστό. Συνεπώς, δεν υπάρχουν άλλοι μεσάζοντες. Μόνο ο Χριστός σώζει. Θυμίζουμε τα λόγια του αποστόλου Πέτρου όταν κάποιος έσκυψε να τον προσκυνήσει: “ Ἀνάστηθι· καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἄνθρωπός εἰμι” (Πράξεις των Αποστόλων 10:26).

Ποιος μπορεί να μπει σε μια Ευαγγελική Εκκλησία και να παρακολουθήσει;

Η εκκλησία μας επιθυμεί να αποτελεί έκφραση του προσώπου της καλοσύνης του Θεού προς κάθε άνθρωπο. Ο οποιοσδήποτε συνάνθρωπος μας είναι ελεύθερος να παρακολουθήσει τις λατρευτικές συνάξεις των Ευαγγελικών εκκλησιών. Στην πραγματικότητα αυτό συμβαίνει συχνά, καθώς διάφοροι επισκέπτονται τις εκκλησίες μας, άλλοτε λόγω περιέργειας, άλλοτε λόγω αναζήτησης, ενίοτε δε και με διάθεση αμφισβήτησης. Είναι όλοι ευπρόσδεκτοι. Το ταξίδι της πίστης του καθενός είναι δική του υπόθεση. Η εκκλησία μας απλά είναι στη διάθεση του καθενός που βρίσκεται σε πορεία αναζήτησης.

Πίστη και έργα

Μια από τις πολύτιμες διδασκαλίες της Βίβλου, η οποία εμφανίζεται ιδιαίτερα στα γραπτά του απ. Παύλου, είναι ότι η σωτηρία του ανθρώπου δεν οφείλεται στα έργα του αλλά στη χάρη του Θεού και στην αποδοχή αυτής της χάρης με πίστη. Το μεγαλείο αυτής της διδασκαλίας είναι η μοναδικότητά της … σε κάθε άλλη θρησκεία ο άνθρωπος καλείται να αποδείξει με τα έργα του ότι είναι άξιος της θείας χάρης. Αρχικά αυτό μπορεί να φαίνεται σωστό, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν απευθύνεται στο βαθύτερο πρόβλημα του ανθρώπου. Το πρόβλημα του ανθρώπου δεν είναι οι πράξεις του – αυτές είναι οι συνέπειες του προβλήματος. Το πρόβλημα του ανθρώπου είναι το ρήγμα στη σχέση του με τον Θεό. Κι αυτό το ρήγμα οφείλεται στο γεγονός ότι ο άνθρωπος ανεξαρτητοποιήθηκε από τον Θεό και τράβηξε τον δικό του δρόμο. Όμως η απομάκρυνση από τον Θεό παίρνει δυο μορφές. Ο ένας τρόπος απομάκρυνσης είναι η παράδοση στην αμαρτία. Ο άλλος όμως τρόπος απομάκρυνσης είναι η προσπάθεια του ανθρώπου να καυχηθεί ο ίδιος στη δική του καλοσύνη. Όμως ο Λόγος του Θεού είναι κατηγορηματικά αντίθετος σε κάθε καύχηση. Η Βίβλος επιμένει πως όλοι οι άνθρωποι είναι αμαρτωλοί, και άρα όσα καλά έργα κι αν κάνουμε, ποτέ δεν θα μπορέσουμε να φανούμε δίκαιοι ενώπιον του Θεού. Ο απ. Παύλος είναι σαφής:
“8 τῇ γὰρ χάριτί ἐστε σεσῳσμένοι διὰ πίστεως· καὶ τοῦτο οὐκ ἐξ ὑμῶν, θεοῦ τὸ δῶρον· 9 οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μή τις καυχήσηται. 10 αὐτοῦ γάρ ἐσμεν ποίημα, κτισθέντες ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἐπὶ ἔργοις ἀγαθοῖς οἷς προητοίμασεν ὁ θεὸς ἵνα ἐν αὐτοῖς περιπατήσωμεν” (Εφεσίους 2:8-9).

Η Ευαγγελική Εκκλησία και άλλες Εκκλησίες

Στον κόσμο μας σήμερα υπάρχουν τρία κυρίαρχα χριστιανικά δόγματα. Κάποτε βέβαια η εκκλησία ήταν ενωμένη (αν και γίνονταν δογματικά ρήγματα, π.χ. μονοφυσίτες κτλ.). Όμως το σχίσμα μεταξύ Δυτικής και Ορθόδοξης εκκλησίας του 1054 μ.Χ. έφερε ένα οριστικό τέλος στην ιδέα ότι η εκκλησία μπορεί να παραμένει αδιάσπαστη μέσα στην ιστορία. Η ιδέα ότι “έξω από την εκκλησία δεν υπάρχει σωτηρία” από εκεί και ύστερα προκαλούσε το ερώτημα: ποια εκκλησία; Η δυτική ή η ανατολική; Θα μπορούσε κανείς να βρίσκεται στη λάθος πλευρά της εκκλησίας και άρα έξω από την σωτηρία … μόνο και μόνο επειδή έτυχε να βρίσκεται σε “λάθος” γεωγραφική περιοχή;

Η διαμαρτύρηση ουσιαστικά πρότεινε ότι το καίριο ζήτημα για τη σωτηρία του ανθρώπου είναι η πίστη στον Ιησού Χριστό. Η “εκκλησία” είναι το σύνολο των ανθρώπων σε όλο το πρόσωπο της γης που πιστεύουν στον Ιησού Χριστό. Αυτοί οι άνθρωποι μπορεί να βρίσκονται σε διάφορες εκκλησίες, διαφορετικών δογματικών αντιλήψεων … αλλά το ζήτημα δεν είναι η εκκλησία στην οποία ανήκουν, αλλά η γνησιότητα της πίστης τους στον Ιησού Χριστό. Εξάλλου, αυτό είναι και το μήνυμα όλης της Καινής Διαθήκης, ότι είναι η πίστη στον Χριστό που φέρνει τη σωτηρία. Μπορεί κανείς να φανταστεί άλλο τρόπο σωτηρίας χωρίς να καθιστά τον Θεό άδικο;

Συνεπώς, οι Ευαγγελικές εκκλησίες δεν προτείνουν στους ανθρώπους ότι “η δική μας εκκλησία” θα τους σώσει. Σίγουρα πιστεύουμε ότι ακολουθούμε το Ευαγγέλιο πιστά, και αγωνιζόμαστε να το ακολουθούμε όλο και πιο πιστά. Αναμφίβολα έχουμε και πολλά ψεγάδια, για τα οποία μετανοούμε και ζητάμε το έλεος του Θεού. Όμως δεν προτείνουμε στους ανθρώπους την εκκλησία μας ως πηγή σωτηρίας. Στρέφουμε τα μάτια των ανθρώπων στον Χριστό. Σε όποια εκκλησία κι αν ανήκει κανείς, το ζήτημα είναι να πιστεύει πραγματικά, ειλικρινά, γνήσια … στον Χριστό. Αυτός είναι το κήρυγμα της εκκλησίας μας.

Τα πιο πάνω δεν πρέπει να εκληφθούν ως μείωση της σημαντικότητας της εκκλησίας. Σε όποια εκκλησία κι αν ανήκει ένας άνθρωπος, είναι σημαντικό να συμμετέχει ώστε να ωφελείται πνευματικά. Πιστεύουμε ότι είναι πολύ σημαντική πειθαρχεία στη χριστιανική ζωή να δοξάζει κανείς τον Θεό, να ακούει το μήνυμα του Λόγου του Θεού, να προσεύχεται, να γνωρίζει άλλους πιστούς, να μοιράζεται εμπειρίες με άλλους, να ενισχύει το έργο της εκκλησίας, να συμμετέχει στο Δείπνο του Κυρίου, να μαθαίνει να αγαπά και να προσφέρει σε άλλους … ώστε να πλησιάζει όλο και περισσότερο στον Θεό στη ζωή του. Όμως αυτά δεν σώζουν τον άνθρωπο, ο άνθρωπος σώζεται από την πίστη στον Ιησού Χριστό.

Γιατί ψέλνετε όλοι και γιατί έχετε σύγχρονη μουσική;

Ψέλνουμε όλοι διότι αποτελεί πεποίθηση μας ότι όλοι οι πιστοί πρέπει να έχουν μια προσωπική σχέση με τον Θεό και ότι στην εκκλησία δεν είμαστε απλοί θεατές αλλά συμμέτοχοι. Ασφαλώς βέβαια, δεν επιβάλλεται σε κανέναν να ψάλλει.

Ως προς το είδος της μουσικής, ακόμα και μέσα σε διαφορετικές Ευαγγελικές εκκλησίες μπορούν να ακουστούν διάφορα είδη μουσικής. Χρησιμοποιούμε σύγχρονη μουσική διότι η μουσική είναι απλά ένας πολιτισμικά επηρεασμένος τρόπος έκφρασης, ο οποίος αλλάζει από εποχή σε εποχή και από τόπο σε τόπο. Όπως θα ήταν παράξενο να επιβληθεί σε αφρικανούς μουσική του Μπαχ διότι κάτι τέτοιο θα ήταν εντελώς ξένο προς τον πολιτισμό τους, έτσι θεωρούμε σημαντικό να μπορεί να εκφραστεί η κάθε γενιά με μουσική που είναι ταιριαστή με την εποχή της. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει εκτίμηση για την πολιτισμική κληρονομιά του παρελθόντος. Κάθε άλλο. Διασώζοντας το μήνυμα του Ευαγγελίου και ελκύοντας τις νεώτερες γενιές στην εκκλησία, διατηρούμε αμείωτο το ενδιαφέρον για κάθε μουσική χριστιανική έκφραση.

Ως προς το είδος της μουσικής, είναι προφανές από την Βίβλο ότι τα μουσικά όργανα αποτελούσαν μέρος τους θρησκευτικής λατρείας. Η λατρεία αποτελεί την έκφραση της αγάπης προς τον Θεό, την οποία Εκείνος αποδέχεται από κάθε γωνιά της γης, σε όλη της την ποικιλία. Είναι η κατάθεση του συναισθηματικού μας κόσμου σε σχέση με τον Θεό. Ο τελευταίος ψαλμός του ψαλτηρίου τα λέει όλα:
“3 Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν ἤχῳ σάλπιγγος· αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν ψαλτηρίῳ καὶ κιθάρᾳ.
4 Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν τυμπάνῳ καὶ χοροστασίᾳ· αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν χορδαῖς καὶ ὀργάνῳ.
5 Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν κυμβάλοις εὐήχοις· αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν κυμβάλοις ἀλαλαγμοῦ.
6 Πᾶσα πνοὴ ἄς αἰνῇ τὸν Κύριον. Ἀλληλούϊα.” (Ψαλμός 150:3-6)

Ποια είναι η ουσία του μηνύματος που κηρύττει η Ευαγγελική Εκκλησία;

Η Ευαγγελική Εκκλησία κηρύττει πάνω απ’ όλα το μήνυμα του Ευαγγελίου. Συνοπτικά, αυτό το μήνυμα είναι ως εξής:

  1. Όλοι οι άνθρωποι είμαστε πλασμένοι από τον Πατέρα Θεό, κατά την εικόνα Του, ώστε να μοιάζει ο δικός τους χαρακτήρας με τον δικό Του γεμάτο αγάπη χαρακτήρα κι έτσι να μπορούμε να Τον γνωρίζουμε προσωπικά και να κάνουμε το θέλημα Του πάνω στη γη
      “Καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον κατ εἰκόνα ἑαυτοῦ· κατ εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν· ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς” (Γένεση 1:27).
  2. Εμείς οι άνθρωποι – όλοι μας, ανεξαιρέτως – απομακρυνθήκαμε από τον Πλάστη μας, αλλοιώσαμε την εικόνα Του, πάψαμε να έχουμε τον δικό Του γεμάτο αγάπη χαρακτήρα και άρα μας είναι αδύνατον να Τον γνωρίζουμε προσωπικά και να ζούμε σύμφωνα με το θέλημα Του. Η απομάκρυνση μας αυτή ονομάζεται στη Βίβλο αμαρτία και αφορά όλους τους ανθρώπους.
      “πάντες γὰρ ἥμαρτον καὶ ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ θεοῦ” (Ρωμαίους 3:23)
  3. Επειδή ο Θεός είναι η μοναδική πηγή ζωής, η απομάκρυνση μας απ’ Αυτόν σημαίνει θάνατο διότι ο Θεός δεν μπορεί να επιτρέπει να ζουν για πάντα στον κόσμο Του άνθρωποι που δεν Τον επιθυμούν.
      “τὰ γὰρ ὀψώνια [=ο μισθός] τῆς ἁμαρτίας θάνατος” (Ρωμαίους 6:23).
  4. Ο Πατέρας Θεός μας νοιάστηκε για μας, και από αγάπη έστειλε τον Γιό Του τον Ιησού Χριστό ώστε να γεννηθεί σαν κι εμάς, να ζήσει τη ζωή μας και να πεθάνει Εκείνος στη θέση μας, για τους δικές μας αμαρτίες.
      “Οὕτως γὰρ ἠγάπησεν ὁ θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον” (Ιωάννης 3:16).

Σε όσους πιστεύουν στον Ιησού Χριστό και Τον δέχονται ως προσωπικό τους Σωτήρα, ο Θεός υπόσχεται την συγχώρηση των αμαρτιών, την αποκατάσταση της σχέσης μαζί Του, την επιστροφή στη δική Του ποιότητα ζωής, την σχέση παιδιού με Πατέρα με τον Θεό, και τη χαρά της συμμετοχής στην οικοδόμηση τους αιώνιας, δίκαιης βασιλείας του Θεού.
“Οὕτως γὰρ ἠγάπησεν ὁ θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον” (Ιωάννης 3:16).

Τι σχέση έχετε με άλλες αιρέσεις, όπως τους Μάρτυρες του Ιεχωβά;

Η Ευαγγελική Εκκλησία δεν έχει καμία απολύτως σχέση με του Μάρτυρες του Ιεχωβά. Πέρα από τα πολλά σημεία στα οποία διαφωνούμε με τη διδασκαλία τους, πάνω απ’ όλα καταδικάζουμε την αντίληψη τους ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός, όχι μόνο επειδή αυτή η αντίληψη αντιβαίνει στο Σύμβολο της Νικαίας, αλλά επειδή βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την Αγία Γραφή.

Οφείλουμε επίσης να πούμε ότι η Ευαγγελική Εκκλησία δεν έχει απολύτως καμία σχέση με την Μασονία, με τους Μορμόνους ή με οποιεσδήποτε άλλες ομάδες που προσθέτουν δικές τους θεωρίες στην απλή αλήθεια που εκφράζεται στον Λόγο του Θεού. Η Ευαγγελική Εκκλησία δεν έχει κανένα χαρακτηριστικό αυτών των εξτρεμιστικών ομάδων (cults) που κάνουν πλύση εγκεφάλου σε ανθρώπους που βρίσκονται σε κατάσταση απελπισίας. Ο κάθε άνθρωπος είναι ελεύθερος να ακούσει τη διδασκαλία της Εκκλησίας μας και να αποφασίσει όποτε θέλει ο ίδιος τι θέση θα πάρει. Είμαστε ενάντιοι σε κάθε τακτική χειραγώγησης ανθρώπων. Ο Χριστός κερδίζει την αγάπη των ανθρώπων ελεύθερα και αβίαστα, με μόνο του όπλο την αγάπη. Σ’ αυτό θέλουμε κι εμείς να του μοιάσουμε, σκορπώντας απλόχερα αγάπη, χωρίς να ζητάμε ανταλλάγματα.

Ποιες είναι οι ιστορικές σας ρίζες;

Θεολογικά, οι Ευαγγελικές εκκλησίες θεωρούν ότι οι ρίζες τους βρίσκονται στο μήνυμα της Αγίας Γραφής. Ιστορικά, οι Ευαγγελικές Εκκλησίες είναι προϊόντα της θρησκευτικής μεταρρύθμισης του 15ου αιώνα. Εν ολίγοις, το κίνημα αυτό της Διαμαρτύρησης διαμορφώθηκε από μιαν απλή διαπίστωση: ότι η Εκκλησία δεν πρέπει ποτέ να βολεύεται και να νομίζει ότι είναι ο θεματοφύλακας της αλήθειας όταν στην πραγματικότητα έχει απομακρυνθεί απ’ αυτήν. Η εκκλησία πρέπει να εξετάζει τον εαυτό της, να συγκρίνει τη διδασκαλία και την πρακτική της με τις Γραφές διαρκώς ώστε να παραμένει στην αλήθεια. Στην εποχή του Λουθήρου το πρόβλημα ήταν τα συγχωροχάρτια που ο τότε πάπας πουλούσε και τα οποία δήθεν ήταν τρόπος αγοράς μιας ψυχής ώστε να γλυτώσει το “καθαρτήριο” και να διαφύγει στον παράδεισο. Πολλοί διαφωνούσαν αλλά σιωπούσαν και σεβόντουσαν την εκκλησία. Όμως για πολλούς άλλους ο κόμπος είχε φτάσει στο χτένι: δεν μπορούσαν να βλέπουν την εκκλησία να έχει απομακρυνθεί τόσο έντονα, τόσο ξεκάθαρα, τόσο απροκάλυπτα από το πνεύμα και το γράμμα της Καινής Διαθήκης ώστε να αναρωτιέται κανείς τι σχέση έχουν τα δυο μεταξύ τους. Έπρεπε να ακούσουν τη φωνή της συνείδησης τους και να διαμαρτυρηθούν. Και γι’ αυτό ονομάστηκαν διαμαρτυρόμενοι. Διαμαρτυρόμενοι για τη διαφθορά της εκκλησίας. Διαμαρτυρόμενοι για δόγματα και πρακτικές που υπεισήλθαν στην ιστορία της εκκλησίας χωρίς να υπάρχει γι’ αυτά βιβλικό έρεισμα. Αρχικά ήθελαν να βοηθήσουν στη μεταρρύθμιση της εκκλησίας από μέσα. Όταν όμως έγινε φανερό ότι η ίδια η Εκκλησία δεν αποδεχόταν τέτοια μεταρρύθμιση, οι διαμαρτυρόμενοι αναγκάστηκαν να διαμορφώσουν δικές τους εκκλησίες. Αν και υπάρχει ποικιλία αντιλήψεων σε εκκλησίες που προήλθαν από τη Διαμαρτύρηση, έχουν όλες μια κοινή αφετηρία: χαρακτηρίζονται από μια δυναμική αφοσίωσης στην αλήθεια και εκ νέου αναζήτησης του μηνύματος των Γραφών, ώστε το μήνυμα του Ιησού Χριστού να παραμένει πάντα σύγχρονο.

Οφείλουμε βέβαια να διευκρινίσουμε ότι η Καθολική Εκκλησία έχει εξελιχθεί και έχει αλλάξει πολλά από εκείνη την εποχή – κάτι που είναι ταυτόχρονα ελπιδοφόρο αλλά και μια ένδειξη ότι η κριτική της διαμαρτύρησης ήταν απαραίτητη. Σήμερα έχουμε αφήσει πίσω μας αυτά τα προβλήματα του μεσαίωνα, αλλά συνεχίζουμε να θέτουμε το ίδιο ερώτημα και να απευθύνουμε την ίδια πρόκληση προς την Καθολική Εκκλησία, προς την Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά πάνω απ’ όλα προς τη δική μας Εκκλησία: διδάσκουμε πιστά αυτά που δίδαξε ο Χριστός; Ή μήπως έχουμε ξεφύγει κάπως; Είμαστε πάντα έτοιμοι να ακούσουμε κριτική και να διορθώσουμε ότι δεν συμβαδίζει με τον Λόγο του Θεού.

Ρώτησέ μας

Ονομα

Email

Η Ερώτησή σου